Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

Τρείς μετά τα μεσάνυχτα. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο βρίσκομαι στο διάδρομο ενός νοσοκομείου.Όσο και αν προσπαθώ να κρατάω τα μάτια ψηλά δεν μπορώ να ξεφύγω απο τον πόνο. Η μυρωδιά του μου τρυπάει τα ρουθούνια, φτάνει μέχρι τον εγκέφαλο. Η ηχός του βογκάει αλύπητα μέσα στα αυτιά μου. Σκύβω. Κατα μήκος του διαδρόμου βρίσκονται στην σειρά χαμηλά κρεβάτια με ολόασπρα σεντόνια. Απο κάτω τους ξεχωρίζουν σιλουέτες μικροκαμωμένες σαν σκελετωμένες ενώ κάπου κάπου προβάλει και ενα κεφάλι που δεν φοβάται το χλομό φώς που φωτίζει τον διάδρομο. Λες και βρίσκομαι σε έκσταση συνεχίζω να προχωρώ.
Μια πόρτα ανοίγει. Κάθομαι. Το μέγεθος των κρεββατιών μου εχει κάνει φοβερή εντύπωση. Δεν ξέρω αν έχω πλήρη αίσθηση των διαστάσεων. Έμοιαζαν τόσο μικρά, παιδικά. Κι όμως μέσα τους βαριανάσαιναν 80 χρόνια ζωής. Λές και το μέγεθος που κέρδισαν τα σώματα μέσα στη διάρκεια της ζωής τους το ξεπουλάνε πίσω με αντάλλαγμα λίγες αναπνοές.
Απο την κατάσταση που βρίσκομαι με βγάζει το άνοιγμα της πόρτας. Στο κατώφλι ξεπροβάλει μια γριούλα. Τόσο μικροκαμωμένη που οντως με έβαλε σε σκέψεις αν βρίσκομαι σε κάποιο παραμύθι.
-Ξαγρυπνάτε και εσείς, με ρωτάει.
-Ναι, αποκρίνομαι μέσα απο τα δόντια.
Τα μάτια της έχουν μια παράξενη λάμψη. Φοβισμένα και χαρούμενα συνάμα. Μελαγχολικά χαρούμενα. Με την μελαγχολία να πηγάζει απο την έλλειψη ικανού για χαρά λόγου.
Δεν περνάει πολύ ώρα και μια νοσοκόμα μπαίνει στο δωμάτιο. Κοιτάζει με έκπληξη τον νέο επισκέπτη.
-Πως βρέθηκες εσύ εδώ;
-Να μια γιαγιά στο άλλο δωμάτιο τελειώνει και...
-Φοβήθηκες και ήρθες εδώ ε; Δεν πειράζει.
-...
Η νοσοκόμα κάτι κοιτάει στο χέρι μου και γυρίζει να φύγει.
-Τέλειωσε; μονολογεί περισσότερο παρά ρωτά η γιαγιά μέσα απο τα δόντια της. Τέλειωσε;
-Όχι ακόμα.
Δεν ξέρω πότε και πως έφυγα απο το νοσοκομείο. Δεν ξέρω καν αν πήγα στ' αλήθεια. Μόνο που αυτές οι δυο λέξεις σφηνώθηκαν στο κεφάλι μου. Άραγε θα μπορέσω να τις ψιθυρίσω και εγώ πριν το τέλος;
-Τέλειωσε. Τέλειωσε.
'

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου