Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ...

  
  12 βράδυ. Η βροχή πέφτει δυνατά και χτυπάει το δρόμο. Φωτάκια αναβοσβήνουν, μαύρες φιγούρες σκεπασμένες τρέχουν να κρυφτούν. Τρένο. Λαχανιασμένος προλαβαίνω να αναρωτηθώ αν θα βρω θέση. Τριγύρω φάτσες ολότελα ξένες, άνθρωποι άλλης φυλής. Κάθομαι. Κοιτάζω το πρόσωπό μου που καθρεφτίζεται στον παράθυρο. Δεν το ξέρω. Άγνωστα συναισθήματα με κοιτάζουν κατάματα. Το τρένο ξεκινά σέρνοντας τον σώμα του υπομονετικά σε ένα ακόμα ταξίδι.
 Μια οικογένεια γύφτων φορώντας παντόφλες και πιτζάμες μαζεύει σιγά σιγά τα απλωμένα της σεντόνια απ' τα καθίσματα, αρπάζει τα 3 με 4 περιφερόμενα μικρά της και φεύγει προς αναζήτηση άλλης θέσης, άλλης φωλιάς. Τι όμορφο να μη είσαι ποτέ στάσιμος. Τι άσχημο να μην είσαι ποτέ στάσιμος.
   Μια κοπέλα κοντή λεπτοκαμωμένη με κοντοκομμένα μαύρα μαλλιά και έντονο μακιγιάζ παίρνει την θέση τους. Το βλέμμα της κρύβει μια ανέμελη φοβισμένη ταλαιπωρημένη παρανοϊκότητα.Ανοίγει βιαστικά ένα κουτάκι μπύρα, προτάσσει με στόμφο σχεδόν χυδαίο, τα μπροστινά της χείλια και ρουφάει τον αφρό. Το είδωλο της στο τζάμι φαίνεται να της δημιουργεί τεράστια εντύπωση. Αφού ολοκληρώσει στωικά μια μικρή κουβέντα μαζί του, του χαμογελάει. Χωρίς όμως να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα καταλήγει να διηγείται στο κινητό, της περιπέτειες της συναρπαστικής μέρας.
     Δίπλα της ένας ιερέας διαβάζει μια καινή διαθήκη τσέπης. Κάποιος του λέει ότι κάθεται σε λάθος θέση. Με βλέμμα μωρού -και την παρθένα έκπληξη που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο όλων των ανθρώπων εκείνη την πρώτη στιγμή που καταλαβαίνουν ότι κάτι τους εκπλήσσει χωρίς όμως να μπορούν ακόμα να αντιστοιχίσουν τη λέξη έκπληξη με το συναίσθημα της- κοιτά τον εισβολέα. Ξαφνιασμένος λες και αντικρίζει την πραγματικότητα για πρώτη φορά, ψελλίζει κάτι που σίγουρα για τον ίδιο περιείχε "χιούμορ" και απομακρύνεται μουρμουρίζοντας. 
    Τα φώτα έξω συνεχίζουν το ταξίδι τους, το μυαλό σταματά, οι στάλες ραπίζουν ακόμα το παράθυρο. Θόρυβος. Ένας Αφρικανός προσπαθεί να βγάλει τα παπούτσια του. Απο μέσα ξεπροβάλλουν πόδια τυλιγμένα σε πλαστικές σακούλες. Αμφιταλαντεύεται κοιτώντας τριγύρω. Τελικά αφού ξύσει λίγο τα αχαμνά του ανεβάζει τα πόδια-σακούλες στο μπροστινό κάθισμα, ρίχνει ενα μαντήλι στο πρόσωπό του και βυθίζεται σε ύπνο που μόνο η φωνή του εισπράκτορα μπορεί να διακόψει.Επόμενη στάση...
 Απέναντι του το μόνο που ξεχωρίζει είναι δύο μαύρες μισολιωμένες κάλτσες που τρίβονται ηδονικά στο κάθισμα αλλάζοντας συνεχώς θέση. Σκύβω διστακτικά να δω τον ιδιοκτήτη. Πρόσωπο σκαμμένο από βάσανα, χέρια ταλαιπωρημένα από το μεροκάματο. Κι ένα μουστάκι να ευχαριστιέται κάτω απο το ζεστό αέρα της εκπνοής και να απορεί με τη συνεχή κίνηση των ποδιών.
    Όλα έχουν αλλάξει. Και στην αφετηρία και στον προορισμό. Το μόνο ίδιο είμαι εγώ. Και η χριστουγεννιάτικη μελωδία απο κάποιο κινητό. Το μόνο ίδιο είμαι εγώ; Εντελώς τυχαία κατανοώ που οφείλεται η επαναλαμβανόμενη κίνηση του διπλανού μου. Κάθε λίγα λεπτα καθορισμένα λες απο ένα εσωτερικό ρολόι ανασηκώνεται λίγο στην θέση ενώ μια αναψοκοκκινισμένη γκριμάτσα στολίζει για λίγο το προσωπό του. Ύστερα απο λίγο πέφτει ανακουφισμένος στο κάθισμα ευχαριστημένος που για μια ακόμα φορά πέτυχε αυτή η μικρή ιεροτελεστία.
   O χρόνος κυλάει γρήγορα. Ανοίγω τα μάτια και κάλαντα ακούγονται από φωνές μικρών παιδιών. Θα πάω λοιπόν κι εγώ. Θα πάω στο καταφύγιο μου να χαρώ, να χαμογελώ, να δώ όλα μα όλα τα θετικά της ζωής. Να φάω μελομακάρονα, κουραμπιέδες, να δεχτώ δώρα, να αγοράσω δώρα, να φορέσω τα καινούργια μου ρούχα και να μοστράρω στον δρόμο. Να λυπηθώ τους φτωχούς που δεν έχουν σπίτι, να συγκινηθώ με το "κοριτσάκι με τα σπίρτα" κι ύστερα να γράψω για δύο φθαρμένες κάλτσες, για το ανασήκωμα της λεκάνης και τα πόδια σακούλες...
  Κάποιος με σταματά στο δρόμο πιάνοντας με από το χέρι κάτω από το φως μια λάμπας. Καλή πρωτοχρονιά. Μόνο πρωτοχρονιά, μου ψιθυρίζει. Δεν πρόλαβα να τον αναγνωρίσω. Πρόλαβα να νιώσω μόνο το χνώτο του. Βαρύ, βρωμερό, θανατερό. Ψυχή μου... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου