Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ.Δχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ.Δχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

Οι μέρες που σε γνώρισα


Οι μέρες που σε γνώρισα
ήταν εκείνες που έβριζες
το ποτάμι που σ’ έφερε
το πέτρινο κρεβάτι που σε γέννησε
κι όλους του Θεούς.

Τότε μιλήσαμε
σώμα με σώμα
με κάθε σπιθαμή
σαν να ήμουν εγώ για σένα
κι εσύ για μένα
με φόντο δυο ‘Αχ’ του ραδιοφώνου
για λαϊκές ερωτικές συνουσίες.

Οι μέρες που σε γνώρισα
ήταν εκείνες που έκλαιγες
για κάθε ξεριζωμένο
από μάνα κι από γη
για κάθε βαρύ χειμώνα
που απεγνωσμένα έψαχνες
τα τζιτζίκια.

Τότε μιλήσαμε
σώμα με σώμα
σαν να ήμουν βέλος
κι εσύ φαρέτρα
ζητώντας μαζί
σε τούτο εδώ το κούμπωμα
Σάββατο βράδυ, γύρω στις δώδεκα,
μιαν Ανάσταση.

Γ.Δχ

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Επταπυργίου


Επταπυργίου 32. Γκύζη.
Σκηνή Πρώτη. Μπαλκόνι με θέα τη δυσάρεστη οσμή των ανίκανων χεριών και των αστείων κεφαλιών. Πάτωμα μωσαϊκό, καθαρισμένο. Ζεστός καφές και ψίχουλα για τα περιστέρια.
Σκηνή Δεύτερη. Ο μπάτσος ουρλιάζει και χτυπάει. Γυναίκα, υποταγή. Μαύρα μαλλιά και φτωχά δάκρυα πλημμυρίζουν το απέναντι μωσαϊκό.
Σκηνή Τρίτη. Ένα τσούρμο γάτες τυλίγονται γύρω από το αλεπουδί μαλλί. Φτυσίματα και βρισιές από δύο πόδια που πατούν σε σίδερα, ανάθεμα πόσα εκατοστά για μπαλκόνι.
Ζωή εκατοστών. Ζωή αστεία.  Δεν το μπορώ έτσι. Θα κοπεί η ανάσα.
Σκηνή Τέταρτη. Σιωπή. Νύχτα. Ρημαδιασμένα όνειρα που δεν είδαν φως, δονούν και ταλαιπωρούν τα σώματα των από πάνω. Σε λίγο θα ξεράσουν την εμετική ανικανότητα τους στο μπαλκόνι μας. Το μωσαϊκό θέλει καθάρισμα.
Η γλάστρα μου γνέφει:
-          Σ ‘ αρέσει  ε;
-          Όχι, της μολογώ, πεθαίνω.
Σκηνή Πέμπτη. Κάτι ξεχασμένες ορμόνες και καύλες ξεπηδούν από το πάτωμα, τους τοίχους, το ταβάνι. Το μπαλκόνι καίει, μυρίζει ιδρώτας.
Καλοκαίρι. Παλιό.
Σκηνή Έκτη. Η γυναίκα επαναστατεί κι η θάλασσα της, πλένει το μωσαϊκό.
Αέρας, δροσιά. Αναπνοή. Αθήνα.
Η γλάστρα μου ξαναγνέφει:
-          Σου αρέσει ε;
-          Ω, ναι , της μολογώ πατώντας χορευτικά τις πατούσες μου στο ξάστερο μωσαϊκό.  
Σκηνή Έβδομη. Ποτέ ξανά. Τέλος.

Γ.Δχ

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Το λαούτο του Πετρή


«… Τα ΄χασε. Με χλωμό πρόσωπο ο Πετρής άφησε τον άδειο φοριαμό κι άρχισε να τρέχει προς τη βόρεια πύλη. Οι φλέβες του έσκαγαν, τα δάκρυα τρέμανε, ήθελε να κλάψει μα δεν μπορούσε ακόμα το μέσα του να καταπιεί αυτό που άκουσε. Τρέχει με όση δύναμη έχει μήπως προλάβει το ακαταλόγιστο. Ο ιδρώτας στάζει, τα μάτια τσούζουν, την καρδιά  του δεν τη νιώθει. Μυρίζει κάπνα. Δεν το πιστεύει. Τρέχει κι άλλο. Καπνός, πολύς καπνός. Ανοίγει σαν μανιασμένος τη σιδερένια ποριά και βλέπει αντίκρυ του τη φωτιά. Μια μεγάλη φρέσκια φωτιά. Καρέκλες, τραπέζια, βιβλιοθήκες, παλιές κουβέρτες, παλιοσίδερα. Όλα καίγονται και σιγολιώνουν στις φλόγες.
Το μάτι του γυάλισε. Ή που θα έπεφτε του θανατά μπροστά σε αυτή τη θέα ή που θα ΄χανε το λογικό του για να αντέξει. Ακούει τα ‘’κλάμματα’’ να βγαίνουν απ’ τους καπνούς, τη Γενοβέφα να λιγοψυχάει. Μα πιο πολύ η φεγγαροπρόσωπη. Καιγόταν η φεγγαροπρόσωπη. Ο νους του ‘’ψήλωσε’’. Με άγριες κραυγές, ουρλιαχτά, ανάκατα μύξες και κλάματα, σαν πληγωμένο ζώο, ορμάει μέσα στη φωτιά. Χτυπά με κλωτσιές παλιόξυλα και σιδεριές, ψάχνει σαν το ζουρλισμένο να βρει, να μυρίσει, να ακούσει τις νότες του.
Δυο-τρεις από τα υπόστεγα ορμάνε πάνω του.
-Τι έπαθε ο σαλεμένος;
Του βγάζουν το χιτώνιο, τον τραβάνε μπας και σωθεί.
-Θα  καείς ζωντανός μωρέ διάολε!
Του φωνάζουν μα δεν ακούει. Τους χτυπάει μέσα στις φλόγες. Ψάχνει ακόμα να βρει, δε γίνεται, κάτι θα προλάβει, μια βίδα, μια χορδή, το μπράτσο, το ηχείο, κάτι, κάτι θα προλάβει.
-Θα καείς! Του ξαναφωνάζουν.
Μα είναι ήδη καμμένο το άλλο το μισό. Η μισή του ζωή. Το μέσα του. Το δέρμα θα τον νοιάξει;…»

Γ.Δχ.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Αποκάλυψη προσωπική

Σκέψεις ζοφερές. Διλήμματα ακριβά. Βασανιστήριο ψυχής το αποψινό και κάθε αποψινό. Σαν κέλυφος κουμπωμένο στην πλάτη μου. Να σέρνω αιώνια, αέναα, άπειρα.
Διλήμματα πάλι. Αηδία. Τάση για αποποίηση. Εγώ; Ποιός εγώ; Συνεχίζω απλά στον ήδη πατημένο δρόμο να αφήνω χνάρια. Μα τούτο δεν κλονίζει τόσο το σαρκίο μου όσο η ανικανότητα τέρψης. Μηδενική ευχαρίστηση. Δεν, Δεν, Δεν.

Γ.Δχ

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Ξεροκάλαμο

Ξεροκαλαμιές στο δρόμο. Στο γνώριμο δρόμο που αργά ή γρήγορα θα συναντώ. Μονοπάτι βατό μα και άγριο με την ατέλειωτη σκιά κάποιας τυχαίας μάλλον ξεροκαλαμιάς απάνω στο κεφάλι. Πορεία προς τον - ποιος ξέρει;- προορισμό.
Τούτο το κινούμενο κορμί, δικό μου θαρρώ, βαδίζει αλαφρά σαν να συμφωνεί με κάποιο χορευτικό μοτίβο αρχέγονης μουσικής. Με άτακτους χρονικά συνοδοιπόρους. Χωρίς συνοδοιπόρους. Το εντός φορτίο δείχνει καλό και σπάνιο. Σε άλλα μάτια, μάλλον γαλανά ή μελιά, βαρύ και κουραστικό. Ίσως  τυλιγμένο καλά με μια αβάσταχτη αταραξία και πραότητα. Τέτοια που ξέρει καλά να δημιουργεί σαματά ή και πόνο.
Αόρατα συνοδευτική πορεία. Ασυνόδευτη. Θα φταίει λες το ξεροκάλαμο ή το φορτίο;
Οπωσδήποτε τα πόδια ενός αόρατου συνοδοιπόρου δε διαισθάνονται το κινούμενο χορευτικά κορμί. Ατενίζουν τον άγνωστο προορισμό μετρώντας βήματα, πόντους κι αισθήματα με το ζύγι.
Και τότε είναι που γελιέμαι. Θα δω-το νιώθω- το αόρατο να παίρνει σάρκα. Μα ευθύς συνέρχομαι. Τι λέω επιτέλους; Τι νομίζω;
Μηδέν, Μηδέν. Οι ξεροκαλαμιές λυσσομανούν κι εν τέλει μένουν. Οι αόρατοι δε σηκώνουν φορτία.

Γ.Δχ