Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Εξ επιλογής

Πάνω σε δυο ρόδες ποδήλατου 

μου συστήθηκε το φως.


Πριν σε Τούνελ πλήρους σκότους 

με οδηγήσουν

Αυτοί που αγαπούν.


Κάνοντας έρωτα άλλοτε με το Θεό 

Άλλοτε με το μεσα μου θεριό 

με σκληρότητα και αισιοδοξία 

Αρνήθηκα το βυθό.


Σκυφτοί ώμοι - 

μοτίβο ζωης

Ζορικες επιλογές 

Βαρύτητα να κρύβουν.


Μόνο με καρφιά στις παλάμες 

έχω αξία

Οιδίπους εξ επιλογής.


Κι όμως η νοσταλγία 

ανθίζει ξαφνικά 

για μεσημεριανή ραστώνη

Για αλμύρα 

Για Ξένο 

Για συμφιλίωση. 


Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Απογύμνωση

Σε ένα υπόγειο που άλλοτε στέριωσες

Βαριανασαίνει θύμηση 

ανθίζοντας στα σπλάχνα αγκάθια.

 

Μια γριά σε διπλανό κελί κοάζει

σπαρακτικά·  Πατέρα 

Συνέχεια, συνέχεια 

Δεν είναι η πρώτη φορά 

Όπως πεθαίνω

Άφησε την να ψοφήσει. 

 

Κοιτώ ψηλά και προσπαθώ να κρύψω 

ότι βρωμάω κόπρανα 

ψεκασμένα με άρωμα πορτοκαλιού 

Ρεγχάζεις

Κι εξορίζω την ακοή μου.

 

Πάτερ ημών 

Δεν έρχεσαι 

όταν έχω τόσα να προσφέρω 

Μα δεν μου αδειάζεις την γωνία 

Άγρια τώρα που νιώθω ρημαγμένος 

 

Στεγνό από ανατολές το στόμα 

Κι η μούσα πια κουβάρι δίχως μίτο

Λείπεις.

Μα ο δρόμος μπροστά 

Ξακολουθει να σέρνεται γυαλιστερός

Πλήρης 

Οδοιπόρων διασφαλισμένων

κι ανέστιων Σαμαρειτών.


Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Κάποτε

 Κάποτε τις βαλίτσες μου άδραξα

-ψυχή τε και σώματι-

ορμώντας κι αλαλάζοντας σαν Ινδιάνος

κραδαίνοντας το εγώ μου

ακούγοντας τροβαδούρους του ουρανού

να διαλαλούν την νίκη μου.

 

Κι όταν πίσω κοίταξα

η απόσταση που είχα διανύσει

ήτανε μέτρα.

 

Κάποτε τα γόνατά μου λύγισαν

η ορμή μου τσακίστηκε στις πέτρες

το εγώ μου έβγαλε ρίζες

έφτιαξα πηλό με χώμα και με δάκρυ

σιγοψιθυρίζοντας παράξενους χρησμούς

κι άφησα μέλλον από τα σωθικά μου

μες στο σύμπαν να πετάξει.

 

Κι όταν πίσω κοίταξα

η απόσταση που είχα διανύσει

ήτανε μέτρα.

 

Κάποτε σε ένα βρώμικο δωμάτιο τυλίχτηκα

με μοιρολόγια εξορισμένων μαγισσών

διαπιστώνοντας ότι στις χούφτες μου

-τόσο καιρό- είχα μονάχα αέρα

άφησα την φθορά πρώτη φορά

τον έλεγχο να μου πάρει.


Κι όταν πίσω κοίταξα

η απόσταση που είχα διανύσει

ήτανε μέτρα.

 

Το μόνο που με ενόχλησε

είναι ότι Εσύ

σε αυτά τα μέτρα

δεν φάνηκες

δεν ήρθες απαλά

το χέρι σου στον ώμο μου

να βάλεις.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Ζεστασιά

Γυρνώ στο πλάι.
Τα γόνατα ενώνω κι αργά στο στήθος μου τα σφίγγω.
Το κεφάλι με πείσμα- με πείσμα περισσό-
αναγκάζω να ακουμπά ανάμεσά τους.
Μέχρι που ο λαιμός μου αντιδρά αγκομαχώντας από πόνο.

Γυρεύω την κοινή κοίτη της Μοναξιάς των ανθρώπων.
Ζεστασιά, ω ναι, ψάχνω και Ζεστασιά.

Μονάχα στην κοίτη της Μοναξιάς βρίσκεις Ζεστασιά
θυμάμαι, να μου ψιθυρίζει ένας παππούς παλιά·
την ώρα που ξεψυχούσε στο διπλανό κρεββάτι.

Στο αιώνιο καλό λοιπόν
εκεί στις εκβολές της Μοναξιάς
ψυχή μου θα βρεις κρύο.

Στο αιώνιο κακό
στου φράγματος τον εξαναγκασμένο συχνωτισμό
φωτιά που θα σε κάψει.

Μονάχα η ζωή, μέσα απ' το παιχνίδισμα της
ελεύθερο σε αφήνει να πλαγιάσεις
στου ποταμιού την κοίτη.

Τεντώνω τα πόδια νευρικά.
Εξαντλημένος. Ιδρωμένος. Σηκώνομαι.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Περνάει

Μαμά. Μπαμπά. Μαμααά. Μπαμπαααά.
Τικ τακ. Τικ. Τακ. Τικ. Τακ.
Σε λίγο θα μπορώ. Σε λίγο. Σε λίγο.
Τικ τακ. Τικ Τακ. Τικ Τακ.
Ιστορία θα κάνω.
Το παρόν μου.
Για ν' αντέξω.
Τικ τακ. Τικ. Τακ. Τικ Τακ.
Μαμά. Μπαμπά.
Πως περνάει έτσι;
Θυμάμαι. Θυμάμαι σου λέω.
Τόσα λίγα.
Πως γίνεται να νιώθω τόσο σπουδαίος;
Τραγούδι θα γράψω.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Σε λίγο. Σε λίγο σου λέω.
Που θα ηρεμήσω. Που θα ξεκουραστώ.
Τσάκισα. Φάρμακα.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Πράσινο γρασίδι.
Αεράκι που χαϊδεύει.
Τόσο όμορφα.
Θέλω να αυτοκτονήσω.
Ζόρικη που είναι η ομορφιά.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Οι ανθισμένες κοπέλες. Κατσιμιχαίοι.
Μαμααά. Μπαμπαααά.
Έρχομαι...
Δακρύζω ακόμα, έστω και με δυσκολία.
Έγνοια. Βάσανο. Φυγή.
Μα τώρα; Είναι όλα καλά πουλί μου.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Δεν θα δεθώ μαζί σου. Όχι. Όχι.
Είμαι κουρασμένος.
Προσκυνώ τα σπλάχνα σου.
Νοσταλγώ το μάγουλο σου.
Μα δε σε αντέχω.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ Τακ.
Αγαπημένοι.
Μακριά.
Το σημάδι στο μέτωπο.
Προσέχετε.
Ανίκανος.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Σκάσε.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Από μια χαραμάδα μπαίνει ο ήλιος.
Από μια χαραμάδα κι ο πανικός.
Παλεύω. Ιδρώνω. Συνεχίζω έρποντας.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ Τακ.
Σκάσε.
Με σκοτώνεις.  Λινκλέιτερ.
Μάνα. Πατέρα.
Ουρλιάζω. Ουρλιάζω.
Δεν τα καταφέρνω.
Με αγαπώ.
Τι όμορφο να σας κλείνω το φως.
Θέλω να κοιμηθώ. Άσε με λίγο.
Λύγισα.
Είναι βαριές οι μέρες.
Είναι παράξενες.
Συνήθισα. Συνήθισα σου λέω.
Γιαγιααά.  Παππουυυύ.
Μα...
Τικ τακ. Τικ Τακ. Τικ τακ.
Ξανά.
Τικ τακ. Τικ τακ. Τικ τακ.
Όμορφο.
Γαλήνη.
Χωμάτινη.
Τικ.
Χα χα.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Το δωμάτιο εθελούσια φυλακή, μόνος φίλος
του χνώτου η βαριά οσμή. Φωτάκια αναβοσβήνουν ρυθμικά
κι ο Οίκτος σκοτεινός, κουλουριασμένος στη γωνιά
αδυσώπητος εχθρός σε βλέμματα, αγγίγματα, Χρόνια πολλά.

Χρόνος, χαρές, πόνος, αναμνήσεις, στιγμές
ξεθωριάζουν χωρίς ίχνος νοσταλγίας, χωρίς ίχνος μελαγχολίας
καταβροχθίζονται με πάθος διεστραμμένα ερωτικό
απο ένα τερατόμορφα αιώνιο παρόν.

Κι η αγαλλίαση με της φλεγόμενης ψυχής την μυρωδιά,
με της ύπαρξης τα αβέβαια ουρλιαχτά
ψίχουλα αυτού του φαγητού, ρινίσματα συναισθηματισμού
που με κρατούν ακόμα ζωντανό
σε μια κόλαση που τώρα συμπαθώ.

Μόνο ο ρυθμός του ξεθωριάσματος της αγάπης
-απαλλαγμένος απο κάθε τι μεταλλικό-
ξερνάει πάνω μου σταγόνες παρελθόν
και ίσως με τρομάζει
ίσως το μάγουλο στολίζει
με ένα κρυσταλλένιο δάκρυ.

Κι έτσι αναζητώντας το ξεθώριασμα αυτό
την τελευταία μου πνοή σταθερά θα αφήνω κάθε βράδυ
λαχανιασμένος, ιδρωμένος
με τα σκέλια κολλήμένα στο παρόν μου
και μόνο αντίλαλο τον οργασμό των άλλων,
γυρεύοντας το παρελθόν μου.

(8-12-2009)

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009


ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Νίκος Καββαδίας

Τρίτη 5 Μαΐου 2009


I don't love you as if you were the salt-rose, topaz
or arrow of carnations that propagate fire:
I love you as certain dark things are loved,
secretly, between the shadow and the soul.
I love you as the plant that doesn't bloom and carries
hidden within itself the light of those flowers,
and thanks to your love, darkly in my body
lives the dense fragrance that rises from the earth.
I love you without knowing how, or when, or from where,
I love you simply, without problems or pride:
I love you in this way because I don't know any other way of loving
but this, in which there is no I or you,
so intimate that your hand upon my chest is my hand,
so intimate that when I fall asleep it is your eyes that close...

pablo neruda
sonnet 17