Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013




Δυστυχισμένος που αντέχω νοσταλγώντας την μπόχα της αποσύνθεσης. 
Σε μια εποχή που με βιάζει να υπάρχω.
Σε μια εποχή που με μαθαίνει να υπάρχω.
Στο νερό αποθέτω τις ελπίδες για εξαγνισμό.
Στο νερό αποθέτω την ύπαρξη της ψυχής.
Μου.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012



Πόσα απογεύματα με πήραν στον λαιμό τους
πως βγήκα απ' όλα - σκέψου απ' όλα - ζωντανός.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012




Κι ούτε κατάλαβε ποτέ, αυτό εδώ τ' αγρίμι
μέσα του πως μεγάλωσε, πόσο καιρό θα μείνει

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012




Ένας σκύλος σηκώνεται στον αέρα. Μια γάτα ξαφνιασμένη νιώθει την υγρή ανάσα του στα αυτιά της. Γριά γυναίκα προσπαθεί να ανέβει τρία σκαλοπάτια ασθμαίνοντας.
Καπνός. Το στομάχι ανακατεύεται. Ανακατεύεται. 
Όργανα υγρα. Φίλοι που αναγνώρισαν στο μετωπο το σημάδι. Το είχα δει κι εγω μα δεν θέλησα να κάνω βήμα. Η μοναξιά μετά από καιρό φίλη ξανα. Συναισθήματα παλιά. Αναβίωση. 
Το στομάχι ανακατεύεται. Ανακατεύεται. Καπνός.
Ψάχνω την κυκλική επανάληψη. Της ευτυχίας. Την ευτυχία. Γέρος που προσπαθώντας να παρκάρει κορνάρει. Παλιοί γνωστοί κάποτε φίλοι. Η μοναξιά εχθρός ξανά. Η χαμένη κοινωνικότητα τρόμος.
Υπάρχει ένα σημάδι που δεν μπορείτε να νικήσετε. Μέσα μου; Που; Το μίσος είναι η μοναδική πραγματικότητα. Που είναι το όπλο μου;
Shame και Αποκάλυψη. 
Το στομάχι ανακατεύεται. Καπνός. 
Ένα es muss sien πάντα μπροστά. Βάρβαρο σκληρό. Αποκάλυψη. Το οργανο υγρό. Shame. 
Es muss sien! Es muss sien!
Καπνός. Το στομάχι ανακατεύεται. 
Κενότητα. Είμαι απόλυτο κενο. Κενό. Μα κι εδώ αβάσταχτα ελαφρύ,αραχνιασμένο, es muss sien. Παραισθήσεις. Που είναι το όπλο μου;
Beat poetry. Beat poetry.
Τίποτα δεν αλλάζει. Μόνο οι αιώνες αλλάζουν. 
Ζω στη γενιά των αρουραίων. 
Rat poetry. Rat poetry.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011


Αφιερωμένο στους αγαπημένους μα μόνιμα αισιόδοξους φίλους μου. Όμορφο καλοκαίρι να έχουμε.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Επιτέλους


Μοιραίοι, μόνοι μα γενναίοι. Έως πότε; Επιτέλους; Επί τέλους. Επιτέλους.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

  Δεν ξέρω πως αλλά τα πάντα γύρω, ξαφνικά, ρευστοποιήθηκαν. Ο κόσμος έχασε την σταθερή του δομή, όπως ο πηλός όταν θερμανθεί. Όποιος ήθελε, με τα χέρια του μπορούσε να ανοίξει μια τρύπα και να διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα με ένα μόνο βήμα, διαπερνώντας τοίχους, πόλεις και χώρες ολόκληρες. Κάπου κάπου παχύρρευστες δίνες σαν άλλες μαύρες τρύπες, κατάπιναν τα πάντα, χωρίς ωστόσο κανείς να ξέρει τι υπάρχει στην άλλη τους πλευρά.
   Μία τέτοια δίνη ρουφώντας με, με άφησε να πέσω απαλά σε ένα δωμάτιο. Στο Δωμάτιο. Μονομιάς ο θόρυβος έπαψε να υπάρχει. Βαθιά γαλήνη απλώθηκε τριγύρω. Τριγύρω ή μέσα μου. Ζούσα σε μια από εκείνες τις στιγμές -βαθιά ίσως θρησκευτικές- που είτε από αυθυποβολή είτε από πραγματική θεία χάρη, το άτομο νιώθει να ανυψώνεται, να αφήνει τον κόσμο και να πλησιάζει την αιτία της δημιουργίας του. Πού κανείς ίσως ποτέ δεν θα μάθει αν είναι στιγμή διαφυγής και απελευθέρωσης από την σάρκα, ή αυτάρεσκη βουτιά στα βάθη του εγώ.
  Τότε τα αυτιά μου γέμισαν ψιθύρους, από τα βάθη της Ασίας λες φερμένους,  που έκαναν και την παραμικρή τρίχα του κορμιού μου να πάλλεται. Ψιθύρους που με ακολουθούσαν από τα παιδικά μου χρόνια με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης, όντας τότε ποιο ανοιχτός και εύπλαστος να αποδεχτώ το χάδι μιας άλλης ζωής. Ψιθύρους που η εμφάνισή τους -κάνοντας το γεγονός την μετενσάρκωσης μου τόσο φυσικό- μου έδινε την σιγουριά πως -μόνο σε εμένα- η μοίρα είχε από κάποιο λάθος, ξεχάσει να σβήσει όλες τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής μου. Λάθος που με ανύψωνε σε πρόσωπο μοναδικό.
  Στο Δωμάτιο υπήρχε Αυτός, Αυτή και Εκείνη. Ένα τζάκι αναμμένο στη γωνία συντηρούσε την ζεστασιά ενώ ταυτόχρονα χάριζε φως ηλιοβασιλέματος στους τοίχους. Δεν ξέρω γιατί αλλά τα πάντα θύμιζαν εκείνη την αμήχανη ατμόσφαιρα, τόσο τυπική όσο και με ξεσπάσματα χαράς και υποκριτικής αγάπης, που την συναντάς πολλές φορές ανάμεσα σε συγγενικά πρόσωπα. Πρόσωπα που οι κοινωνικές τους σχέσεις είναι εξαναγκασμένες να υπάρχουν εξαιτίας του κοινού αίματος που ρέει στις φλέβες τους. Εκεί που ο χρόνος σιωπής, καθώς υφαίνει έναν αόρατο ιστό που συνδέει ακατανόητα τις ψυχές των παρόντων, βαραίνει τόσο, ώστε όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονται συνεχώς σε αρρωστημένη πνευματική εγρήγορση -όμοια με αυτή ενός αρρώστου την στιγμή του παραληρήματος- προσπαθώντας να βρουν νέο θέμα συζήτησης κάτι ίσως αστείο. Να διαλύσουν όσο ποιο γρήγορα αυτή τη σύνδεση, να μην αφήσουν και την παραμικρή υπόνοια ένωσης με ανθρώπους που κάτω από άλλες περιστάσεις, θα ήταν μισητοί εχθροί.
  Ξαφνικά Εκείνη γύρισε και με κοίταξε στα ματιά ρωτώντας με: Εκείνη τι κάνει; Νιώθοντας ότι η ερώτηση υπέκρυπτε κάτι που οι άλλοι το ήξεραν, που εξηγούσε την μυστήρια ατμόσφαιρα και είχε στόχο να κάνει και εμένα μέτοχο της, ξαφνιάστηκα. Κατάλαβα μονομιάς ότι παίρνοντας λάθος μονοπάτι ανάλυσης της πραγματικότητας, δειγματοληπτώντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα συναισθήματα και γεγονότα, και συγκρίνοντάς τα -ασυνείδητα- με αναμνήσεις παρόμοιων εμπειριών, είχα αποδώσει στις στιγμές μια ατμόσφαιρα αμήχανη και υποκριτική, ενώ τώρα έβλεπα πως ήταν ατμόσφαιρα ευλάβειας, σεβασμού και πραγματικής ευτυχίας. (συνεχίζεται...)

ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ (συνέχεια)

  Καθώς έδινα μηχανικά την πρώτη απάντηση -καλά είναι.- αποκαλύπτονταν μέσα μου η αλήθεια. Εκείνη είχε από καιρό φύγει. Είχε με δική της απόφαση ενώσει το σώμα της με την γη. Δεν ξέρω αν με είχε λυπήσει η φυγή της. Πως μπορούσε άραγε η απουσία της να με στενοχωρήσει περισσότερο από την δική μου μη παρουσία στη ζωή της; Πως όμως δεν αντιλήφθηκα από την αρχή την υπερφυσική της εδώ παρουσία; Γιατί η ίδια με έμμεσο τρόπο έπρεπε να μου το φανερώσει. Γιατί στο βλέμμα της ήταν ζωγραφισμένη έντονα η ανάγκη να καταλάβω; Η μοναδικότητα της στιγμής που ζούσα δεν μου άφηνε χρόνο για περαιτέρω σκέψεις.Ήμουν κι εγώ πια κάτοχος του κοινού μυστικού.Ταραγμένος σηκώθηκα και πέρασα στην κουζίνα λιγότερο για να πιω νερό και περισσότερο για να αφομοιώσω καλύτερα, μόνος, τα γεγονότα. Η εμφάνιση και δεύτερου δωματίου στο Δωμάτιο διόλου δεν με ξάφνιασε.
  Η μετοχή μου όμως στην μυστήρια ατμόσφαιρα, λες και ήταν ο μοναδικός σκοπός της ύπαρξής της ,σήμανε και το τέλος της. Κατάλαβα ότι ετοιμάζεται να φύγει. Μέσα μου γεννήθηκε τεράστια επιθυμία να τη φιλήσω. Μη μπορώντας να συγκρατήσω το ανεπαίσθητο τίναγμα του σώματός μου και για να κρύψω αυτό που η καρδιά μου περίμενε με συγκίνηση, προχώρησα αργά, ίσως και με κάποια αδιαφορία προς το μέρος της. Τη στιγμή που πλησίασα τόσο ώστε να νιώθω την ανάσα της, με άρπαξε με τα δύό της χέρια λέγοντας: Θα σε φιλήσω, μην ανησυχείς.
  Παραπατώντας σχεδόν ανήμπορος να σκεφτώ το οτιδήποτε άνοιξα μια τρύπα στο τοίχο και βρέθηκα στο δρόμο. Στο επόμενο βλεφάρισμα των ματιών ο κόσμος έπαψε να είναι εύπλαστος. Το σώμα μου κείτονταν σε εντελώς αντίθετη κατάσταση παγωμένο και ακίνητο γεμάτο τρόμο στην σκέψη κάθε επικείμενης κίνησης, ενώ στο κεφάλι μου κυριαρχούσαν η φράση Εκείνης τη στιγμή του φιλιού. "Θα έρχομαι. Θα έρχομαι." Φράση που μέσα στα αυτιά μου πολλαπλασιασμένη από την ηχώ της, δεν διέφερε σε τίποτα από τις σειρήνες του πολέμου, κάνοντας αυτή τη στιγμή του φιλιού -την τόσο μικρή χρονικά- την μοναδική ανάμνηση που μέσα τις περικλείονταν όλες οι προηγούμενες στιγμές. Και θα έμενε η μοναδική αν λίγο αργότερα στο μυαλό μου δεν γύριζε το βλέμμα της. Αυτό που με πάγωνε ακόμα περισσότερο ήταν η αδυναμία μου να το κατατάξω, να το συνδέσω με τα συναισθήματα από τα οποία προκλήθηκε. Δεν ήξερα αν εκφράζει αγάπη καθώς είχα την εντύπωση ότι εκεί στο βάθος του, είχα διακρίνει μια αχτίδα μίσους. Μια κρυμμένη απύθμενη κακία, μια δίψα για εκδίκηση, που σε συνδυασμό με τον εξακολουθητικό χρόνο της φράσης "θα έρχομαι", της έδινε χαρακτήρα αιώνιο.
  Για καιρό αναρωτιόμουν και αναζητούσα το νόημα αυτής της οπτασίας, αυτής της μεταπήδησης μου σε ένα κόσμο έξω από το δικό μου. Αυταπάτη ή όχι δεν έπαψε ποτέ να με στοιχειώνει αλλά ούτε και ποτέ δέχτηκα να αναζητήσω επιμελώς την σημασία του.

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.