Σάββατο, 26 Μαΐου 2012



Ένας σκύλος σηκώνεται στον αέρα. Μια γάτα ξαφνιασμένη νιώθει την υγρή ανάσα του στα αυτιά της. Γριά γυναίκα προσπαθεί να ανέβει τρία σκαλοπάτια ασθμαίνοντας.
Καπνός. Το στομάχι ανακατεύεται. Ανακατεύεται. 
Όργανα υγρα. Φίλοι που αναγνώρισαν στο μετωπο το σημάδι. Το είχα δει κι εγω μα δεν θέλησα να κάνω βήμα. Η μοναξιά μετά από καιρό φίλη ξανα. Συναισθήματα παλιά. Αναβίωση. 
Το στομάχι ανακατεύεται. Ανακατεύεται. Καπνός.
Ψάχνω την κυκλική επανάληψη. Της ευτυχίας. Την ευτυχία. Γέρος που προσπαθώντας να παρκάρει κορνάρει. Παλιοί γνωστοί κάποτε φίλοι. Η μοναξιά εχθρός ξανά. Η χαμένη κοινωνικότητα τρόμος.
Υπάρχει ένα σημάδι που δεν μπορείτε να νικήσετε. Μέσα μου; Που; Το μίσος είναι η μοναδική πραγματικότητα. Που είναι το όπλο μου;
Shame και Αποκάλυψη. 
Το στομάχι ανακατεύεται. Καπνός. 
Ένα es muss sien πάντα μπροστά. Βάρβαρο σκληρό. Αποκάλυψη. Το οργανο υγρό. Shame. 
Es muss sien! Es muss sien!
Καπνός. Το στομάχι ανακατεύεται. 
Κενότητα. Είμαι απόλυτο κενο. Κενό. Μα κι εδώ αβάσταχτα ελαφρύ,αραχνιασμένο, es muss sien. Παραισθήσεις. Που είναι το όπλο μου;
Beat poetry. Beat poetry.
Τίποτα δεν αλλάζει. Μόνο οι αιώνες αλλάζουν. 
Ζω στη γενιά των αρουραίων. 
Rat poetry. Rat poetry.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011


Αφιερωμένο στους αγαπημένους μα μόνιμα αισιόδοξους φίλους μου. Όμορφο καλοκαίρι να έχουμε.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Επιτέλους


Μοιραίοι, μόνοι μα γενναίοι. Έως πότε; Επιτέλους; Επί τέλους. Επιτέλους.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

  Δεν ξέρω πως αλλά τα πάντα γύρω, ξαφνικά, ρευστοποιήθηκαν. Ο κόσμος έχασε την σταθερή του δομή, όπως ο πηλός όταν θερμανθεί. Όποιος ήθελε, με τα χέρια του μπορούσε να ανοίξει μια τρύπα και να διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα με ένα μόνο βήμα, διαπερνώντας τοίχους, πόλεις και χώρες ολόκληρες. Κάπου κάπου παχύρρευστες δίνες σαν άλλες μαύρες τρύπες, κατάπιναν τα πάντα, χωρίς ωστόσο κανείς να ξέρει τι υπάρχει στην άλλη τους πλευρά.
   Μία τέτοια δίνη ρουφώντας με, με άφησε να πέσω απαλά σε ένα δωμάτιο. Στο Δωμάτιο. Μονομιάς ο θόρυβος έπαψε να υπάρχει. Βαθιά γαλήνη απλώθηκε τριγύρω. Τριγύρω ή μέσα μου. Ζούσα σε μια από εκείνες τις στιγμές -βαθιά ίσως θρησκευτικές- που είτε από αυθυποβολή είτε από πραγματική θεία χάρη, το άτομο νιώθει να ανυψώνεται, να αφήνει τον κόσμο και να πλησιάζει την αιτία της δημιουργίας του. Πού κανείς ίσως ποτέ δεν θα μάθει αν είναι στιγμή διαφυγής και απελευθέρωσης από την σάρκα, ή αυτάρεσκη βουτιά στα βάθη του εγώ.
  Τότε τα αυτιά μου γέμισαν ψιθύρους, από τα βάθη της Ασίας λες φερμένους,  που έκαναν και την παραμικρή τρίχα του κορμιού μου να πάλλεται. Ψιθύρους που με ακολουθούσαν από τα παιδικά μου χρόνια με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης, όντας τότε ποιο ανοιχτός και εύπλαστος να αποδεχτώ το χάδι μιας άλλης ζωής. Ψιθύρους που η εμφάνισή τους -κάνοντας το γεγονός την μετενσάρκωσης μου τόσο φυσικό- μου έδινε την σιγουριά πως -μόνο σε εμένα- η μοίρα είχε από κάποιο λάθος, ξεχάσει να σβήσει όλες τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής μου. Λάθος που με ανύψωνε σε πρόσωπο μοναδικό.
  Στο Δωμάτιο υπήρχε Αυτός, Αυτή και Εκείνη. Ένα τζάκι αναμμένο στη γωνία συντηρούσε την ζεστασιά ενώ ταυτόχρονα χάριζε φως ηλιοβασιλέματος στους τοίχους. Δεν ξέρω γιατί αλλά τα πάντα θύμιζαν εκείνη την αμήχανη ατμόσφαιρα, τόσο τυπική όσο και με ξεσπάσματα χαράς και υποκριτικής αγάπης, που την συναντάς πολλές φορές ανάμεσα σε συγγενικά πρόσωπα. Πρόσωπα που οι κοινωνικές τους σχέσεις είναι εξαναγκασμένες να υπάρχουν εξαιτίας του κοινού αίματος που ρέει στις φλέβες τους. Εκεί που ο χρόνος σιωπής, καθώς υφαίνει έναν αόρατο ιστό που συνδέει ακατανόητα τις ψυχές των παρόντων, βαραίνει τόσο, ώστε όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονται συνεχώς σε αρρωστημένη πνευματική εγρήγορση -όμοια με αυτή ενός αρρώστου την στιγμή του παραληρήματος- προσπαθώντας να βρουν νέο θέμα συζήτησης κάτι ίσως αστείο. Να διαλύσουν όσο ποιο γρήγορα αυτή τη σύνδεση, να μην αφήσουν και την παραμικρή υπόνοια ένωσης με ανθρώπους που κάτω από άλλες περιστάσεις, θα ήταν μισητοί εχθροί.
  Ξαφνικά Εκείνη γύρισε και με κοίταξε στα ματιά ρωτώντας με: Εκείνη τι κάνει; Νιώθοντας ότι η ερώτηση υπέκρυπτε κάτι που οι άλλοι το ήξεραν, που εξηγούσε την μυστήρια ατμόσφαιρα και είχε στόχο να κάνει και εμένα μέτοχο της, ξαφνιάστηκα. Κατάλαβα μονομιάς ότι παίρνοντας λάθος μονοπάτι ανάλυσης της πραγματικότητας, δειγματοληπτώντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα συναισθήματα και γεγονότα, και συγκρίνοντάς τα -ασυνείδητα- με αναμνήσεις παρόμοιων εμπειριών, είχα αποδώσει στις στιγμές μια ατμόσφαιρα αμήχανη και υποκριτική, ενώ τώρα έβλεπα πως ήταν ατμόσφαιρα ευλάβειας, σεβασμού και πραγματικής ευτυχίας. (συνεχίζεται...)

ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ (συνέχεια)

  Καθώς έδινα μηχανικά την πρώτη απάντηση -καλά είναι.- αποκαλύπτονταν μέσα μου η αλήθεια. Εκείνη είχε από καιρό φύγει. Είχε με δική της απόφαση ενώσει το σώμα της με την γη. Δεν ξέρω αν με είχε λυπήσει η φυγή της. Πως μπορούσε άραγε η απουσία της να με στενοχωρήσει περισσότερο από την δική μου μη παρουσία στη ζωή της; Πως όμως δεν αντιλήφθηκα από την αρχή την υπερφυσική της εδώ παρουσία; Γιατί η ίδια με έμμεσο τρόπο έπρεπε να μου το φανερώσει. Γιατί στο βλέμμα της ήταν ζωγραφισμένη έντονα η ανάγκη να καταλάβω; Η μοναδικότητα της στιγμής που ζούσα δεν μου άφηνε χρόνο για περαιτέρω σκέψεις.Ήμουν κι εγώ πια κάτοχος του κοινού μυστικού.Ταραγμένος σηκώθηκα και πέρασα στην κουζίνα λιγότερο για να πιω νερό και περισσότερο για να αφομοιώσω καλύτερα, μόνος, τα γεγονότα. Η εμφάνιση και δεύτερου δωματίου στο Δωμάτιο διόλου δεν με ξάφνιασε.
  Η μετοχή μου όμως στην μυστήρια ατμόσφαιρα, λες και ήταν ο μοναδικός σκοπός της ύπαρξής της ,σήμανε και το τέλος της. Κατάλαβα ότι ετοιμάζεται να φύγει. Μέσα μου γεννήθηκε τεράστια επιθυμία να τη φιλήσω. Μη μπορώντας να συγκρατήσω το ανεπαίσθητο τίναγμα του σώματός μου και για να κρύψω αυτό που η καρδιά μου περίμενε με συγκίνηση, προχώρησα αργά, ίσως και με κάποια αδιαφορία προς το μέρος της. Τη στιγμή που πλησίασα τόσο ώστε να νιώθω την ανάσα της, με άρπαξε με τα δύό της χέρια λέγοντας: Θα σε φιλήσω, μην ανησυχείς.
  Παραπατώντας σχεδόν ανήμπορος να σκεφτώ το οτιδήποτε άνοιξα μια τρύπα στο τοίχο και βρέθηκα στο δρόμο. Στο επόμενο βλεφάρισμα των ματιών ο κόσμος έπαψε να είναι εύπλαστος. Το σώμα μου κείτονταν σε εντελώς αντίθετη κατάσταση παγωμένο και ακίνητο γεμάτο τρόμο στην σκέψη κάθε επικείμενης κίνησης, ενώ στο κεφάλι μου κυριαρχούσαν η φράση Εκείνης τη στιγμή του φιλιού. "Θα έρχομαι. Θα έρχομαι." Φράση που μέσα στα αυτιά μου πολλαπλασιασμένη από την ηχώ της, δεν διέφερε σε τίποτα από τις σειρήνες του πολέμου, κάνοντας αυτή τη στιγμή του φιλιού -την τόσο μικρή χρονικά- την μοναδική ανάμνηση που μέσα τις περικλείονταν όλες οι προηγούμενες στιγμές. Και θα έμενε η μοναδική αν λίγο αργότερα στο μυαλό μου δεν γύριζε το βλέμμα της. Αυτό που με πάγωνε ακόμα περισσότερο ήταν η αδυναμία μου να το κατατάξω, να το συνδέσω με τα συναισθήματα από τα οποία προκλήθηκε. Δεν ήξερα αν εκφράζει αγάπη καθώς είχα την εντύπωση ότι εκεί στο βάθος του, είχα διακρίνει μια αχτίδα μίσους. Μια κρυμμένη απύθμενη κακία, μια δίψα για εκδίκηση, που σε συνδυασμό με τον εξακολουθητικό χρόνο της φράσης "θα έρχομαι", της έδινε χαρακτήρα αιώνιο.
  Για καιρό αναρωτιόμουν και αναζητούσα το νόημα αυτής της οπτασίας, αυτής της μεταπήδησης μου σε ένα κόσμο έξω από το δικό μου. Αυταπάτη ή όχι δεν έπαψε ποτέ να με στοιχειώνει αλλά ούτε και ποτέ δέχτηκα να αναζητήσω επιμελώς την σημασία του.

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.



Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ...

  
  12 βράδυ. Η βροχή πέφτει δυνατά και χτυπάει το δρόμο. Φωτάκια αναβοσβήνουν, μαύρες φιγούρες σκεπασμένες τρέχουν να κρυφτούν. Τρένο. Λαχανιασμένος προλαβαίνω να αναρωτηθώ αν θα βρω θέση. Τριγύρω φάτσες ολότελα ξένες, άνθρωποι άλλης φυλής. Κάθομαι. Κοιτάζω το πρόσωπό μου που καθρεφτίζεται στον παράθυρο. Δεν το ξέρω. Άγνωστα συναισθήματα με κοιτάζουν κατάματα. Το τρένο ξεκινά σέρνοντας τον σώμα του υπομονετικά σε ένα ακόμα ταξίδι.
 Μια οικογένεια γύφτων φορώντας παντόφλες και πιτζάμες μαζεύει σιγά σιγά τα απλωμένα της σεντόνια απ' τα καθίσματα, αρπάζει τα 3 με 4 περιφερόμενα μικρά της και φεύγει προς αναζήτηση άλλης θέσης, άλλης φωλιάς. Τι όμορφο να μη είσαι ποτέ στάσιμος. Τι άσχημο να μην είσαι ποτέ στάσιμος.
   Μια κοπέλα κοντή λεπτοκαμωμένη με κοντοκομμένα μαύρα μαλλιά και έντονο μακιγιάζ παίρνει την θέση τους. Το βλέμμα της κρύβει μια ανέμελη φοβισμένη ταλαιπωρημένη παρανοϊκότητα.Ανοίγει βιαστικά ένα κουτάκι μπύρα, προτάσσει με στόμφο σχεδόν χυδαίο, τα μπροστινά της χείλια και ρουφάει τον αφρό. Το είδωλο της στο τζάμι φαίνεται να της δημιουργεί τεράστια εντύπωση. Αφού ολοκληρώσει στωικά μια μικρή κουβέντα μαζί του, του χαμογελάει. Χωρίς όμως να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα καταλήγει να διηγείται στο κινητό, της περιπέτειες της συναρπαστικής μέρας.
     Δίπλα της ένας ιερέας διαβάζει μια καινή διαθήκη τσέπης. Κάποιος του λέει ότι κάθεται σε λάθος θέση. Με βλέμμα μωρού -και την παρθένα έκπληξη που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο όλων των ανθρώπων εκείνη την πρώτη στιγμή που καταλαβαίνουν ότι κάτι τους εκπλήσσει χωρίς όμως να μπορούν ακόμα να αντιστοιχίσουν τη λέξη έκπληξη με το συναίσθημα της- κοιτά τον εισβολέα. Ξαφνιασμένος λες και αντικρίζει την πραγματικότητα για πρώτη φορά, ψελλίζει κάτι που σίγουρα για τον ίδιο περιείχε "χιούμορ" και απομακρύνεται μουρμουρίζοντας. 
    Τα φώτα έξω συνεχίζουν το ταξίδι τους, το μυαλό σταματά, οι στάλες ραπίζουν ακόμα το παράθυρο. Θόρυβος. Ένας Αφρικανός προσπαθεί να βγάλει τα παπούτσια του. Απο μέσα ξεπροβάλλουν πόδια τυλιγμένα σε πλαστικές σακούλες. Αμφιταλαντεύεται κοιτώντας τριγύρω. Τελικά αφού ξύσει λίγο τα αχαμνά του ανεβάζει τα πόδια-σακούλες στο μπροστινό κάθισμα, ρίχνει ενα μαντήλι στο πρόσωπό του και βυθίζεται σε ύπνο που μόνο η φωνή του εισπράκτορα μπορεί να διακόψει.Επόμενη στάση...
 Απέναντι του το μόνο που ξεχωρίζει είναι δύο μαύρες μισολιωμένες κάλτσες που τρίβονται ηδονικά στο κάθισμα αλλάζοντας συνεχώς θέση. Σκύβω διστακτικά να δω τον ιδιοκτήτη. Πρόσωπο σκαμμένο από βάσανα, χέρια ταλαιπωρημένα από το μεροκάματο. Κι ένα μουστάκι να ευχαριστιέται κάτω απο το ζεστό αέρα της εκπνοής και να απορεί με τη συνεχή κίνηση των ποδιών.
    Όλα έχουν αλλάξει. Και στην αφετηρία και στον προορισμό. Το μόνο ίδιο είμαι εγώ. Και η χριστουγεννιάτικη μελωδία απο κάποιο κινητό. Το μόνο ίδιο είμαι εγώ; Εντελώς τυχαία κατανοώ που οφείλεται η επαναλαμβανόμενη κίνηση του διπλανού μου. Κάθε λίγα λεπτα καθορισμένα λες απο ένα εσωτερικό ρολόι ανασηκώνεται λίγο στην θέση ενώ μια αναψοκοκκινισμένη γκριμάτσα στολίζει για λίγο το προσωπό του. Ύστερα απο λίγο πέφτει ανακουφισμένος στο κάθισμα ευχαριστημένος που για μια ακόμα φορά πέτυχε αυτή η μικρή ιεροτελεστία.
   O χρόνος κυλάει γρήγορα. Ανοίγω τα μάτια και κάλαντα ακούγονται από φωνές μικρών παιδιών. Θα πάω λοιπόν κι εγώ. Θα πάω στο καταφύγιο μου να χαρώ, να χαμογελώ, να δώ όλα μα όλα τα θετικά της ζωής. Να φάω μελομακάρονα, κουραμπιέδες, να δεχτώ δώρα, να αγοράσω δώρα, να φορέσω τα καινούργια μου ρούχα και να μοστράρω στον δρόμο. Να λυπηθώ τους φτωχούς που δεν έχουν σπίτι, να συγκινηθώ με το "κοριτσάκι με τα σπίρτα" κι ύστερα να γράψω για δύο φθαρμένες κάλτσες, για το ανασήκωμα της λεκάνης και τα πόδια σακούλες...
  Κάποιος με σταματά στο δρόμο πιάνοντας με από το χέρι κάτω από το φως μια λάμπας. Καλή πρωτοχρονιά. Μόνο πρωτοχρονιά, μου ψιθυρίζει. Δεν πρόλαβα να τον αναγνωρίσω. Πρόλαβα να νιώσω μόνο το χνώτο του. Βαρύ, βρωμερό, θανατερό. Ψυχή μου... 

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010


Το παρακάτω απόσπασμα δημοσιεύεται ή για λόγους αυτοϊκανοποίησης ή για υπενθύμιση ότι υπάρχει ή με σκοπό την καλύτερη κατανόηση του εαυτού μου από τον εγκέφαλό μου ή γιατί μόνο με λόγια άλλων μπορώ να εκφραστώ ή γιατί δεν έχω τι άλλο να κάνω. Θα μου πείτε γιατί δεν το γράφεις σε ένα χαρτί, να το κολλήσεις στο μαξιλάρι σου, να το βλέπεις κάθε μέρα. Δεν ξέρω. Μάλλον γιατί...έτσι.
 
"Αν ήμουν λιγότερο αποφασισμένος να στρωθώ οριστικά στη δουλειά, θα είχα ίσως κάνει μια προσπάθεια για ν' αρχίσω αμέσως. Αφού όμως η απόφαση μου ήταν κατηγορηματική κι αφού πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες- στο πλαίσιο της επόμενης μέρας όπου όλα ταίριαζαν τόσο καλά γιατί δεν βρισκόμουν ακόμα εκεί- οι καλές μου προθέσεις θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν εύκολα, θα ήταν προτιμότερο να μη διαλέξω ένα βράδυ που ήμουν κακοδιάθετος για ένα ξεκίνημα στο οποίο οι επόμενες μέρες δεν έμελλε, αλίμονο! να φανούν πιο πρόσφορες. Ήμουν όμως λογικός. Για κάποιον που είχε περιμένει χρόνια θα ήταν παιδιάστικο να μη δεχθεί μια καθυστέρηση τριών ημερών. Βέβαιος πως την μεθεπόμενη θα είχα κόλας γράψει μερικές σελίδες, δεν έλεγα λέξη στους γονείς μου για την απόφασή μου. Προτιμούσα να κάνω μερικές ώρες υπομονή για να φέρω στη γιαγιά μου - με την παρηγοριά και τη διαβεβαίωση- μια εργασία στα σκαριά. Δυστυχώς η επαύριο δεν ήταν αυτή η αντικειμενική και πλατιά μέρα που περίμενα μέσα στον πυρετό. Όταν είχε τελειώσει, η τεμπελιά μου και η οδυνηρή μου πάλη ενάντια σε ορισμένα υποκειμενικά εμπόδια είχε απλούστατα βαστάξει είκοσι τέσσερις ώρες παραπάνω. Κι ύστερ' από λίγες μέρες, καθώς τα σχέδιά μου δεν είχαν πραγματοποιηθεί, δεν είχα πια την ίδια ελπίδα πως θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αμέσως, κι έτσι δεν είχα πια το ίδιο θάρρος για να υποτάξω τα πάντα σ΄αυτή την πραγματοποίηση: ξανάρχιζα να ξαγρυπνώ, μη έχοντας πια, για να με αναγκάσει να πλαγιάσω νωρίς το βράδυ, το βέβαιο όραμα πως θα έβλεπα ν' αρχίζει το έργο το επόμενο πρωινό. Χρειαζόμουν πριν ξανακερδίσω τον παλμό μου μερικές μέρες ανάπαυσης, και τη μοναδική φορά που η γιαγιά μου τόλμησε μ' έναν τόνο απαλό κι απογοητευμένο να διατυπώσει αυτή τη μομφή: "Έ, λοιπόν, αυτή την εργασία, δεν γίνεται καν λόγος πια γι' αυτή;", το πήρα άσχημα, βέβαιος πώς, μη μπορώντας να καταλάβει πώς η απόφασή μου ήταν ανέκκλητη, είχε πάλι προκαλέσει την αναβολή, ίσως μάλιστα για καιρό, της εκτέλεσής της, με τον εκνευρισμό που μου προκαλούσε η άρνησή της να κρίνει το δίκιο μου, εκνευρισμό κάτω απ' την επιρροή του οποίου δεν θα ' θελα ν' αρχίσω το έργο μου."

 Μαρσέλ Προύστ
"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
 Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών"

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010



Σεπτέμβρης κι η μελαγχολία μόλις κατέφθασε. Καλώς όρισες...